ΕΛΕΝΗ Ή Ο ΚΑΝΕΝΑΣ – Ρέα Γαλανάκη, Εκδόσεις Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, 2014

2017-09-01 17:07

Καλωσορίσουμε το Σεπτέμβριο με μια επιλογή βιβλίου που για καιρό υπήρχε στο μυαλό μου. Για καιρό με περίμενε υπομονετικά στο ράφι της βιβλιοθήκης μέχρι να βρω το χρόνο να ασχοληθώ μαζί του. Μα πάντα κάτι προέκυπτε. Πάντα κάτι άλλο έπαιρνε τη θέση του κι η «Ελένη» έμενε πίσω. Χωρίς να παραπονιέται, χωρίς να διαμαρτύρεται. Υπομονετικά περίμενε τη σειρά της. Όπως και στην πραγματικότητα, όπου κλεισμένη για περισσότερα από είκοσι χρόνια στο γενέθλιο σπίτι της περίμενε το τέλος. Μα η ανάγνωση του μυθιστορήματος δεν ήταν παρά μια αρχή, ένα ανοιχτό παράθυρο σε μια ζωή ενδιαφέρουσα, περιπετειώδη, τη ζωή της Ελένης Μπούκουρα – Αλταμούρα, της πρώτης Ελληνίδας ζωγράφου που κατόρθωσε να σπουδάσει την Τέχνη της σε μια εποχή που κάτι τέτοιο ήταν απαγορευμένο στο φύλο της.

Η ιστορία ξεκινά. Στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, η συγγραφέας μας μεταφέρει στις Σπέτσες, τον τόπο όπου γεννήθηκε και ζούσε η Ελένη με την οικογένεια της. Στον τόπο όπου για πρώτη φορά εκδήλωσε την αγάπη της για τη ζωγραφική. Κι από εκεί στο Ναύπλιο για να καταλήξουν οικογενειακώς στην Αθήνα, σε ένα σπίτι στην Πλάκα. Ο πατέρας της Γιάννης Μπούκουρας αγοράζει το Θέατρο των Αθηνών (ή Θέατρο Μπούκουρα) ενώ η κόρη του Ελένη αρχίζει να φοιτά στη Σχολή Χιλλ όπου ζωγράφιζε συνέχεια: στα διαλλείματα μα και κατά τη διάρκεια του μαθήματος και τιμωρήθηκε για αυτό.

«…Στάθηκε όρθια μέσα στην τάξη με το δεξιό της χέρι υψωμένο. Στα δάχτυλα του είχε το μολύβι, αφού οι ένοχοι, όταν διαπομπεύονται, πρέπει να επιδεικνύουν τα σύνεργα του εγκλήματος…».

Κι αυτή η τιμωρία ήταν που έκανε την Ελένη να ορκιστεί πως η ζωγραφική είναι ο δικός της δρόμος κι ας πλήρωνε για αυτή την απόφαση.

«…Τότε όμως αποφάσισε ότι θα γίνει οπωσδήποτε ζωγράφος, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε να μείνει δια βίου διαφορετική από τα συνομήλικα κορίτσια και από τις γυναίκες του σογιού της… ».

Έτσι συνέχιζε να ζωγραφίζει κρυφά τα βράδια χρησιμοποιώντας ότι είχε απομείνει από τα κεριά που έκαιγαν στους κοινόχρηστους χώρους.

«…Πριν ακόμη φέξει κατέβαινε από τους κοιτώνες κι έκλεβε τα απομεινάρια, τα δίπλωνε μέσα στη σκούρα της εσάρπα και επέστρεφε να κοιμηθεί για πολύ λίγο, ώσπου να ακούσει το εγερτήριο…».

Βλέποντας ο πατέρας τη μανία της κόρης του για την ζωγραφική, στιγμή δεν την απέτρεψε. Αντίθετα προσέλαβε τον Ιταλό Ραφαέλο Τσέκολι για να τη διδάξει την Τέχνη που τόσο αγαπούσε.

«…Τα μαθήματα τους κράτησαν αρκετά χρόνια. Ο δάσκαλος, που γνώριζε ανατομία, δίδαξε στην Ελένη την ανθρώπινη πλευρά των αγαλμάτων. Ο ίδιος, μεγάλος γνώστης της αρχαίας τέχνης, δίδαξε στη μαθήτριά του την ιερότητα κυρίως του γυμνού…».

Και κάπως έτσι περνάμε στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος όπου η συγγραφέας δίνει τη σκυτάλη της ιστορίας στην ίδια την Ελένη η οποία μας διηγείται τη συνέχεια της ζωής της. Πρώτος σταθμός το ταξίδι με τον πατέρα της στην Ιταλία όπου εκείνη θα συνέχιζε τις σπουδές της. Για να αποκτήσει πρόσβαση στη γνώση, κι ενώ ο πατέρας της είχε επιστρέψει στην Ελλάδα, απαρνήθηκε τη γυναικεία φύση της και μεταμφιέστηκε στον “Κανένα”.

«…Κι εγώ, αποφασίζοντας εκείνο το πρωί σε μιαν ξένη πολιτεία να δώσω ως άντρας εξετάσεις, ενδεχομένως να ζήσω έτσι λίγα χρόνια, γέννησα τον εαυτό μου ως Κανένα… ».

Δεύτερος σταθμός ο έρωτας της για τον επίσης ζωγράφο Σαβέριο Αλταμούρα για τον οποίο ασπάστηκε τον καθολικισμό για να τον παντρευτεί κι έτσι να αποκτήσουν το όνομα του τα παιδιά που είχαν αποκτήσει εκτός γάμου, ο Ιωάννη και η Σοφία. Μόνο ο τρίτος τους γιος, ο Αλέξανδρος γεννήθηκε “νόμιμα”. Μα η ευτυχία δεν κράτησε για πολύ. Ο Σαβέριο εγκατέλειψε την Ελένη για την Αγγλίδα ζωγράφο Τζέην Χέιν.

Τρίτος σταθμός η επιστροφή της Ελένης στην Αθήνα, όπου για να μεγαλώσει τη Σοφία και τον Ιωάννη (μιας και ο Αλέξανδρος έμεινε πίσω και τον οποίο η Ελένη συνάντησε χρόνια μετά στις Σπέτσες) εργάζεται ως ζωγράφος. Μετά το θάνατο όμως του πατέρα της αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα στον τόπο ο οποίος τη γέννησε. Έτσι εγκαταλείπει την Αθήνα και μετακομίζει μόνιμα στις Σπέτσες. Στο σπίτι που γεννήθηκε, έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής μόνη, απομονωμένη από τον έξω κόσμο. Μόνη συντροφιά η πιστή της υπηρέτρια Λασκαρίνα και ο γάτος της μιας και τα δυο παιδιά της είχαν πεθάνει από φυματίωση. Μόνη, χωρίς να δημιουργεί πια πάνω στον καμβά, συνομιλώντας με φαντάσματα και τη θάλασσα. Μόνη με φήμες για μαγεία και τρέλα να ακολουθούν το όνομα της.

Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, η συγγραφέας παίρνει ξανά τη σκυτάλη και μας διηγείται τα μετά θάνατον, τα λίγα που είχαν απομείνει να θυμίζουν την Ελένη που είχε επιλέξει να ζει ως ο Κανένας.

«…Η Νίνα έσκυβε κιόλας πάνω από τις λαμπάδες. Άγνωστο αν ακούστηκε, η Ελένη όμως, ή ο Κανένας, πρόλαβε να πει ότι η αγάπη τούτη είναι κι η μόνη χαρισμένη ανάσταση, καθώς το πικραμύγδαλο της φλόγας της στριβόταν σε λεπτή κλωστή καπνού.».

Όταν τελείωσα το βιβλίο άρχισα να ψάχνω πληροφορίες για την Ελένη Αλταμούρα. Οι πληροφορίες δεν είναι πολλές, όπως και τα έργα της, μιας και η ίδια – όπως λέγεται – τα κατέστρεψε μετά το θάνατο του γιου της Ιωάννη. Δε μπορώ λοιπόν να μη θαυμάσω την εξαιρετική έρευνα της Ρέας Γαλανάκη, τον τρόπο που μπλέκει την πραγματικότητα με το μύθο αλλά και το θαυμάσιο χειρισμό της γλώσσας.

Τέλος, αν ψάχνετε το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσετε, το μυθιστόρημα «Ελένη ή ο Κανένας» είναι κάτι παραπάνω από καλή επιλογή. Μέσα από τις σελίδες του θα παρακολουθήσετε την ανατρεπτική ζωής της πρώτης Ελληνίδας ζωγράφου, τη ζωή μιας σπουδαίας γυναίκας η οποία τόλμησε να ακολουθήσει το δρόμο της, να πάει κόντρα στην κοινωνία της εποχής και να ζήσει όπως η καρδιά της πρόσταζε κι ας έμεινε για τους πολλούς ο Κανένας.

 

Καλή ανάγνωση!

Για το BOOK TOUR, Χάρης Γαντζούδης.

Επαφή

book tour (e-magazine) Για οποιαδήποτε απορία ή πρόταση συνεργασίας παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας. booktourmagazine@gmail.com

Μπορείτε επίσης να απευθυνθείτε στον διαχειριστή και δημιουργό του περιοδικού: Θεοφάνη Θεοφάνους.
theofanis_theofanous@yahoo.gr